ωταλγικός

ωταλγικός
η , ό[ν] связанный с ушной болью

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "ωταλγικός" в других словарях:

  • ωταλγικός — ή, ό / ὠταλγικός, ή, όν, ΝΑ [ὠταλγία] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ωταλγία …   Dictionary of Greek

  • ωταλγικός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην ωταλγία: Παίρνει ωταλγικά φάρμακα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»